Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Μνημόσυνο για το Νίκο Σαμαρά

                                                        Την Κυριακή 29 Δεκεμβρίου
                                          στους Αγίους Θεοδώρους της Νέας Ορεστιάδας
                                                         θα γίνει το ετήσιο μνημόσυνο
                                                         του αξέχαστου Νίκου Σαμαρά

Από την Πλωτινούπολη στο Διδυμότειχο-2









Φίλιππος Γιαννόπουλος
Διδυμότειχο : ιστορία ενός Βυζαντινού οχυρού
Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα
Αθήνα 1989


Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Χριστούγεννα στη Θράκη



ΧΡΙΣΤ0ΥΓΕΝΝΑ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ

Κάθε φορά που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα η σκέψη μου με γυρίζει μερικά χρόνια πίσω, τότε που είμασταν μικρά παιδιά στη μαρτυρική Θράκη.
Προπαραμονή Χριστουγέννων το βράδυ και στα σπίτια όλα ήταν έτοιμα. Ο βοριάς παγωμένος σφύριζε, μα τα τζάκια ζέσταιναν τα δωμάτια, όπου τα στρωμμένα χράμια κι οι γιορτινοί μπερντέδες έδιναν μια χαρούμενη όψη στο εσωτερικό του σπιτιού.
Το σπίτι του παπά έλαμπε κι αυτό. Στην αυλή ακούγονταν βοή και Φωνές ανάκατες. Ήταν τα παλληκάρια που είχαν έρθει να τραγουδήσουν τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Πήγαιναν πρώτα στον παπά. Αυτόν θα τιμούσαν. Πρώτα αυτόν θα εύχονταν και θα μακάριζαν γιατί ο παπάς ήταν η κολώνα του χωριού.
- Να τα πούμε, να τα πούμε, ακούγονταν ερωτήματα και πριν προλάβει η παπαδιά ν' απαντήσει ακούγονταν κιόλας τα υπέροχα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

Σαράντα μέρες σαράντα νύχτες
η Παναγιά μας κοιλοπονούσε
τους Αποστόλους τους Ιεράρχες
τα πάν' να φέρουν μύρα και μόσχο...
Κι ως που να πάνε κι ως που να έρθουν
η Παναγιά μας ξηλιυτηρώθκι...

Αμέσως μετά τα κάλαντα άρχιζαν τα παλληκάρια τα παινέματα
- Παπά μ' γιατί μοσχοβολάς, παπά μ' γιατί μοσκεύεις;
- Η μάνα μ' όταν μ' έκανε κι όταν με κοιλοπόνα μοσχότρωγε απ' το πουρνό, μόσχο το μεσημέρι και το ηλιοβασίλεμα αφράτο παξιμάδι...
Το χιόνι μέσα στο χωριό, ξεπερνούσε μερικές φορές το ενάμισο μέτρο, αλλά δεν φόβιζε τα παλληκάρια ούτε ο δυνατός βοριάς που έκανε την αναπνοή τρομερά δύσκολη. Κοκκίνιζαν οι μύτες και τ' αυτιά αλλά αυτά συνέχιζαν να τριγυρνούν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας τα υπέροχα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
Αν κατά τύχη αντάμωναν στο δρόμο κάποια κοπέλα τότε τραγουδούσαν πειραχτικά.

Άσπρα πουδάρια πούδγια γω στου κίτρινου του μέστι
θάριψα είνι Πασκαλιά κι είπα Χριστός Ανέστη.

κι ύστερα συνέχιζαν

σ' αρχοντικό κι αν βγήκαμι
σ' αρχοντικό θα πάμι
θα πάμι σ' άλλου σύνουρου
κι σ' άλλου βιλαέτι...

Τα ποτάμια πάγωναν. Οι μανιασμένοι βορριάδες που κατέβαιναν ακράτητοι, όλα τα πάγωναν και τα κρυστάλλωναν. Η γη ήταν σκεπασμένη με χιόνια παγωμένα ενώ από τα σπίτια κρέμονταν κρύσταλλοι παγωμένοι οι "ζαμπούνες". Τα κεραμύδια χιονισμένα έκρυβαν από κανένα φτωχό σπουργίτι που πεινασμένο αγωνίζονταν να βρει ένα σπυρί και φώναζε χοροπηδώντας στο χιόνι.
Και μέσα σ' αυτή την μπόρα τα παλλικάρια συνέχιζαν να γυρίζουν όλα τα σπίτια του χωριού τραγουδώντας τα δικά τους κάλαντα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που πρώτα αυτά χαλούσαν το στρωμένο χιόνι το οποίο σκέπαζε δρόμους, αυλές και μονοπάτια.
Πρέπει να πω πως είναι τα καλύτερα ανάμεσα στα πανελλήνια. Με την ποιητική τους ομορφιά αποτελούν άξια στολίδια της νεοελληνικής λαϊκής ποίησης σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Τα κάλαντα είναι φυσικά έθιμο κυρίως λαϊκό, ακατάλυτο και συνυφασμένο με τη ζωή του λαού της Θράκης.

Σπύρος Ζεχερλής


Τα κάλαντα Χριστουγέννων από το Μπαμπά-Εσκή



Τα κάλαντα Χριστουγέννων
 
Από το Μπαμπά-Εσκή

Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες
η Παναγία κοιλοπονούσε
κοιλοπονούσε, αντρογεννούσε.
Η αγια Μαρίνα κι η Κατερίνα
στην Πόλη πάνε, μαμή να φέρουν.
Ώσπου να πάνε κι ώσπου να έρθουν
η Παναγιά ξελευτερώθη
ξελευτερώθη, παλικαρώθει
Στην κούνια κάθ'νταν κι το κουνούσε
και το κουνούσε, το τραγουδούσε.
Και κείνο λάμπει σα νιό φεγγάρι
σαν νιό φεγγάρι, σαν παλληκάρι.


Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Μιά ιστορία για τους καλικάντζαρους




                                       ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΥΣ


Η απαγωγή του λυράρη : την ιστορία που θα σας διηγηθώ παρακάτω την άκουσα στο χωριό Δορίσκο του Ν. Έβρου απ’ όπου κατάγεται ο πατέρας μου. Ο παππούς μου εξακολουθεί να ζει εκεί μέχρι σήμερα. Μου τη διηγήθηκε η θεία του πατέρα μου κ. Σοφία Δουλγερή, 80 ετών κάτοικος Δορίσκου, που την άκουγε και εκείνη από τους παππούδες της. Για τους καλικάντζαρους υπάρχουν πολλοί μύθοι από τόπο σε τόπο. Λένε λοιπόν πως… κάποτε στο χωριό κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου γινόταν ένα μεγάλο γλέντι. Οι χωριανοί γιόρταζαν τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά με πολύ κέφι και χαρά. Οργανοπαίχτες έρχονταν στο χωριό και διασκέδαζαν το κόσμο. Τα μεσάνυχτα ακόμα και οι καλικάντζαροι έβγαιναν και χόρευαν στους δρόμους. Τόσο τους άρεσε αυτό που μια νύχτα άρπαξαν έναν λυράρη και τον κατέβασαν στη σπηλιά τους. Εκεί τον κράτησαν «αιχμάλωτο» για να τους παίζει μουσική. Όταν λοιπόν οι καλικάντζαροι βρίσκονταν στη σπηλιά, ο λυράρης έπαιζε τη λύρα του και αυτοί ξεφάντωναν. Τα μεσάνυχτα ανέβαιναν πάλι στο χωριό και έμπαιναν κρυφά στα σπίτια απ’ όπου έπαιρναν τα φορέματα των γυναικών. Κάποια φορά ανάμεσα στα φορέματα ο λυράρης αναγνώρισε και το φόρεμα της γυναίκας του. Για να το ξεχωρίσει από τα άλλα πήρε κατσαμάκι από την κατσαρόλα και το έβαλε επάνω στο φόρεμα. Μετά παρακάλεσε τους καλικάντζαρους να το δώσουν πίσω στη γυναίκα του. Έτσι και έγινε. Οι μέρες και οι νύχτες περνούσαν δύσκολα κάτω από τη γη. Ο λυράρης μέρα με τη μέρα έχανε τη χαρά του. Μακριά από τον κόσμο και μόνος με τους καλικάντζαρους έγινε δυστυχισμένος. Τα τραγούδια του έγιναν λυπητερά. Μάταια οι καλικάντζαροι τον πίεζαν να τους παίζει χαρούμενους σκοπούς για να χορεύουν. Μέχρι που έφτασε η παραμονή των Φώτων. Ο φόβος και ο τρόμος των καλικάντζαρων…Εκείνο το βράδυ οι καλικάντζαροι λυπήθηκαν το λυράρη. Αποφάσισαν να το ελευθερώσουν και όχι μόνο! Την ώρα που κοιμόταν γέμισαν τις τσέπες του με χρυσές λίρες και έτσι κοιμισμένος καθώς ήταν τον σήκωσαν και τον ανέβασαν στη γη. Τον άφησαν κοντά σε μια βρύση και εξαφανίστηκαν. Όταν ο λυράρης ξύπνησε, ξαφνιάστηκε. Πήγε στη βρύση και πλύθηκε. Τότε ένιωσε ότι είχε ένα βάρος επάνω του. Έπιασε τις τσέπες του και κατάλαβε πως ήταν γεμάτες με κάτι. Από το φόβο του πέταξε ότι είχαν μέσα χωρίς καθόλου να κοιτάξει. Νόμισε μάλιστα ότι ήταν κάρβουνα! Οι καλικάντζαροι όμως παραμόνευαν πιο πέρα. Όταν είδαν τον λυράρη να παίρνει δρόμο για το χωριό πετάχτηκαν και πήραν πίσω όλες τις λίρες. Ο λυράρης κατάκοπος έφτασε σπίτι του. Εμφανίστηκε ταλαιπωρημένος μπροστά στη γυναίκα του. Της διηγήθηκε την περιπέτειά του, αλλά εκείνη δεν τον πίστεψε. Τότε της ζήτησε να του φέρει το φόρεμά της. Της εξήγησε για το λεκέ από το κατσαμάκι που υπήρχε πάνω του. Και τότε εκείνη πείστηκε. Μετά θυμήθηκε το βάρος που ένιωθε επάνω του και έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. Και τι πιάνει; μια χρυσή λίρα! Αναρωτήθηκε πως βρέθηκε εκεί. Γρήγορα κατάλαβε το λάθος του. Το βάρος που άδειασε από τις τσέπες του δεν ήταν κάρβουνο άλλα λίρες.! Χωρίς να χάσει καιρό γύρισε πίσω στη βρύση για να βρει τις υπόλοιπες λίρες. Ήταν όμως αργά. Είχε πετάξει τη τύχη του με τα ίδια του τα χέρια.! Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να πιστέψει όσα του είχαν συμβεί. Ήταν και αυτή μια από τις πολλές ιστορίες που ακούγονται το δωδεκαήμερο για τους καλικάντζαρους. Όταν την πρωτοάκουσα μου άρεσε πολύ! Πιστεύω πως θα τη θυμάμαι και μεγαλώνοντας θα τη διηγούμαι στα δικά μου παιδιά.
Μιχάλης Τοπαλίδης
25° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης 

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

Προανασκαφικές έρευνες στο Παπίκιο όρος - 4 (Ναοί)


                                            Θανάση Παπαζώτου
                                            Προανασκαφικές έρευνες στο Παπίκιον όρος

                                                                    Θρακική Επετηρίδα
                                                                    Τόμος Α`
                                                                    Κομοτηνή 1980











Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013