Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Συνοικίες και κάτοικοι στην Αδριανούπολη

Συνοικίες και κάτοικοι

 Κατά την άλωση της Αδριανούπολης (1361) το κατοικημένο μέρος ήταν μόνο το εντός των τειχών, όπου ήταν εγκατεστημένοι Βυζαντινοί, Γενοβέζοι και Εβραίοι.
Οι Εβραίοι ειδικά, ενώ την εποχή του μεγάλου σεισμού του 1509 ήταν γύρω στα διακόσια άτομα, στα μέσα του 17ου αιώνα η Κοινότητά τους  αριθμούσε περί τα δεκαέξι χιλιάδες άτομα.
Στην αρχή ο πληθυσμός δεν ξεπερνούσε τις δεκαπέντε χιλιάδες. Αργότερα όμως επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς και μετά, μέσα στην πόλη δημιουργήθηκαν δέκα Ελληνικές, τέσσερις Εβραϊκές και δύο Οθωμανικές συνοικίες.
Άλλοι ιστορικοί μιλούν για δέκα συνοικίες συνολικά.

Οι Αρμένιοι ήρθαν αργότερα προς τα τέλη του 16ου αιώνα και ασχολήθηκαν με τις κατασκευές, εμπόριο, χρυσοχοϊκή, και ζούσαν αρμονικά με τους Έλληνες. Μετά από αυτούς ήρθαν οι Βούλγαροι.
Την πόλη τη βρήκαν συμφορές στις αρχές του 18ου και του 20ου αιώνα. Πυρκαγιές έκαψαν σχεδόν τα πάντα, ήταν και ξύλινη, και η πόλη ανοικοδομήθηκε με τα σχέδια Γάλλων μηχανικών.
Πέρα από τις μέσα στο Κάστρο δέκα συνοικίες στις οποίες ήταν εγκατεστημένοι οι Έλληνες, με την επέκταση της πόλης μετακινήθηκαν και έξω απ’ αυτό και κατοίκησαν στις νέες συνοικίες, όπως το Κιγίκιο, ο Κιρισχανές, και στους πέρα από τον Τούντζα  συνοικισμούς, της Αριάν ή Αϊνό που μετονομάστηκε σε Γιλντιρίμ και τον άλλο γειτονικό,- που με την πόλη ενώνονται με τη γέφυρα του Γκαζή Μιχάλ,- το  Γιενή Ιμαρέτ και Κουμ Μαχαλλεσή.
Στο σημείο αυτό σημειώνουμε πως η αναφορά στο Κάραγατς γίνεται γιατί εκλαμβάνεται ως συνοικία, μαχαλάς δηλαδή της Αδριανού, όπως οι παραπάνω που αναφέρουμε.
Ευκαιρίας δοθείσης δε, καίτοι παρακάτω υπάρχει ειδικό αφιέρωμα στο Κάραγατς, παραθέτουμε μερικά σχόλια από περιγραφές του μάρτυρα πατριάρχη  Κύριλλου του ΣΤ΄. 
Το «Ζω» για να τ’ αποδώσει με τον τρόπο που στην αρχή περιέγραψε, τα μεταφέρει αυτούσια:
«Οι παραρρέοντες τρεις ποταμοί δινούμενοι και περιφλούμενοι εις τα πέριξ της Αδριανού μέρη, σχηματίζουσι διαφόρους κήπους, εν αίς ευρίσκονται τοποθεσίαι τερπναί και άρουραι εύφοροι και κήποι καρποφόροι και χωρία πολλά εν αίς τα πρώτα φέρει το Καραγάτζι χωρίον  κέιμενον εις την σύρροιαν του ΄Εβρου και Αρτίσκου των ποταμών, ωσεί τρία τέταρτα απέχον της Αδριανού προς δύσιν, έχει ύδατα κάλλιστα από φλεβών δι’ υπονόμων ερχόμενα του Αρτίσκου ποταμού, εν ώ ευρίσκονται και ψήγματα , ως λέγουσι, χρυσού και είναι το ύδωρ αυτού ελαφρόν, υγιεινόν, ο αήρ αυτού εύκρατος και υγιεινός, έχει κήπους και αμπέλους και άλλας διατριβάς ωραίας.
Όθεν και εν θέρει εν εκείνω ποιούσι την οίκησιν τόσοι ξένοι Ευρωπαίοι, όσον και άλλοι Ευπατρίδαι διαφόρου γένους».
Να `ταν άραγε η αριστοκρατική συνοικία της πόλης; Πάντως θέρετρο ήταν… 
 Το μόνο που προσθέτουμε είναι πως για κάποιους ιστορικούς και ερευνητές το Κάραγατς δεν ήταν η παλιά Ορεστιάδα, αλλά όντως ένας μαχαλάς της Αδριανού, γιατί αυτήν την τοποθετούν στην περιοχή Κιρισχανέ, που θα δούμε στη συνέχεια.
               


Κιρισχανές ή Τριπόταμον ( ή και Ορεστιάδα;)

Επικρατεί η άποψη ότι το όνομα προέρχεται από το κιρισχανέ και δεν είναι παρεφθαρμένη λέξη από την ονομασία Κιρέτς Χανέ, παρόλο που υπήρχαν οι κήποι του Ασβεστουργείου ή Κιρέτς Χανέ Μπαχτσελερί.
Σύμφωνα με την έρευνα το Τριπόταμον, η συμβολή ή  η «σμίξη» όπως λένε στη βόρεια Ελλάδα, των τριών ποταμών είναι τάχα πολύ βορειότερα, μέσα στη Βουλγαρική επικράτεια, πράγμα που δεν ισχύει 
Πολλοί παλαιοί Αδριανουπολίτες όμως αποκαλούν την περιοχή «τριπόταμο», επειδή λίγο πιο πάνω σμίγουν πράγματι ο Τούντζας  με τον ΄Εβρο, από την αποδώ μεριά, ενώ από την απέναντι πλευρά του ποταμού, παρόλο που ο ΄Αρδας εκβάλλει στο ΄Εβρο λίγο πιο ψηλά, οι παλιοί το θεωρούν ανάξιο λόγου και λένε «να εκεί που σμίγουν τα τρία ποτάμια» και λέγοντας επάνω να καταλαβαίνουν Βουλγαρία, ενώ δεν είναι.
Δέχονται ότι μπορεί να είναι  και αποκαλούν τον Κιρισχανέ Τριπόταμον.  Και  πρόβλημα κανένα.
Πάμε τώρα στη φήμη που πλανάται πως η Ορεστιάδα, εννοείται η αρχαία, ήταν στην τοποθεσία του Κιρισχανέ και όχι απέναντι εκεί, όπου ήταν τα σφαγεία. Αυτό συμπεραίνεται από τους μεγάλους  κυβισμένους ογκόλιθους, τους οποίους μετέφεραν από την τοποθεσία αυτή, του σημερινού Κιρισχανέ, και θεμελίωσαν τα τείχη της πόλης επί Αδριανού, 124 μ. Χ και εφεξής.
Λένε λοιπόν:
Πόλη τόσο συστηματικά οχυρή, όσο η αρχαία Ορεστιάδα, άλλη δεν υπήρξε. Η πόλη των Οδρυσών, η Ουσκουδάμα, ήταν κτισμένη στην αγκάλη του Τάξου.
Η αρχαία Ορεστιάδα εγκαταλείφθηκε λόγω πλημμύρας, άρα εκεί ήταν η πόλη, η  αρχαία Ορεστιάδα δηλαδή, και όχι εκεί που είναι σήμερα το Κάραγατς.
Η παράδοση λέει πως μετά δώσανε το όνομα Ορεστιάς στο συνοικισμό που υπήρχε στο Κάραγατς.
Κανένας δεν είναι κατηγορηματικός, όμως μπορεί να ήταν κι’ έτσι.
Εδώ φαίνεται πόσο καλό κάνει η ιστορική και η γεωγραφική γνώση, αλλά και η ικανότητα να καταλαβαίνει κανείς τις αποστάσεις και να μπορεί να προσανατολίζεται. Η σωστή τοποθέτηση στο χώρο και στο χρόνο αποτρέπει συγχύσεις και ζαλούρα.
 Ο Κιρισχανές στο νοτιοανατολικό άκρο, είναι από τις πρώτες συνοικίες που δημιουργήθηκαν έξω από την οχυρωμένη πόλη, έξω από το Κάστρο όπως λεγόταν.
Τη δημιουργία του την οφείλει στη σύζυγο του βεζύρη του Μουράτ του Β΄ Σαρουτζά Πασά, τη  Γκιουλτσιτσέκ Χατούν, η οποία έκτισε ένα τέμενος και ένα σχολείο, που ήταν και η βασική προϋπόθεση για να συναθροιστούν γύρω από αυτά οι νέοι κάτοικοι.
Ο λόγος της αναφοράς είναι προφανής. Η συνοικία κατά τα χρόνια της διεύρυνσης της πόλης κατοικήθηκε από πολλούς Έλληνες και Βουλγάρους.
Σήμερα τίποτε που να δηλώνει την παρουσία του ελληνικού στοιχείου δεν υπάρχει.
Στη συνοικία αυτή ξεκίνησε τη ζαχαροπλαστική του καριέρα στο ιδιόκτητο  εργαστήριο-ζαχαροπλαστείο του ο παππούς του ημετέρου Δ. Γκ. με τα γλυκά της εποχής, όπως ήταν οι καραμέλες, οι χαλβάδες, τα σερμπέτια, τα ματζούνια, τα αμυγδαλωτά, και τα κρεμώδη παράγωγα του γάλακτος.
 Η βουλγαρική παρουσία επισημαίνεται με το Ναό Κωνσταντίνου και Ελένης, ο οποίος αναπαλαιώθηκε, και με μια διαδιπλωματική τελετή  εγκαινιάστηκε πριν από μια τριετία και λειτουργεί ως μουσείο.
Σχεδιάγραμμα του Κιρισχανέ

Η συνοικία ήταν φημισμένη για τα πορθμεία και τα σαλάτσια της, εξοχικά καφενεία στα οποία γίνονταν τρικούβερτες διασκεδάσεις, ένα αλληλοδιδασκαλείο αρρένων, ένα παρθεναγωγείο (και τα δύο 2 τάξεων) ένα δημοτικό (4 τάξεων) αλλά και μια Ουνιτική Εκκλησία του Προφήτη Ηλία.
Σήμερα δεν υπάρχει τίποτε, εκτός από την αναπαλαιωμένη και τουριστικά επισκέψιμη, βουλγαρική Εκκλησία Κωνσταντίνου και Ελένης. 


Η συνοικία Αϊσιέ Καντίν


Η περιοχή-συνοικία κείται στα ανατολικά της πόλης και θεωρητικά ξεκινά από την ομώνυμη πύλη του Κάστρου, -όταν υπήρχε. Τη συνοικία την έχτισαν κάποιοι επώνυμοι αξιωματούχοι της εποχής, από των οποίων τα ονόματα περισσότερο επικράτησε αυτό της Αϊσέ  με το χαρακτηριστικό του φύλου ως Αϊσέ Καντίν (γυναίκα).
Το δεύτερο διασημότερο όνομα που έχει σχέση με τη συνοικία είναι εκείνο που σχετίζεται και με ένα μικρό παλάτι της περιοχής, του πρωθυπουργού από τη Μερζιφούντα, Καρά Μουσταφά Πασά.
Το παλάτι αργότερα χρησιμοποιήθηκε και σαν εκπαιδευτήριο.
Η συνοικία σήμερα είναι πολύ γνωστή για το τέμενός της αλλά ακόμα πιο γνωστή για τις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου  και ιδιαίτερα για τη Φοιτητική του Εστία.
Στην εν λόγω συνοικία δεν ήταν αισθητή η παρουσία Ελλήνων.


Κιγίκιον:


Σύμφωνα με την παράδοση η περιοχή πήρε το όνομά της από έναν όσιο της εποχής του Μουράτ του Β΄ τον Κιγιάκ Μπαμπά, του οποίου ο τάφος βρίσκεται στον αυλόγυρο του τεμένους, που κτίσανε οι πιστοί της περιοχής στ’ όνομά του. Η περιοχή ήτο πολύ ωραία με πολυάριθμους Έλληνες κατοίκους και ανάλογα δημόσια και ιδιωτικά κτίσματα, όπως την  Κοινοτική Ελληνική Σχολή Θηλέων Κιγικίου, η οποία λειτουργεί ως σήμερα ως Δημοτικό Σχολείο Φεβζή Πασά.
 Υπήρχε επίσης Νηπιαγωγείο, Δημοτικό και Σχολείο Αρρένων, Θέατρο, Καζίνο και τρεις κινηματογράφοι, το Πανελλήνιον, το Pathe και το Varits.
Ο λόφος έχει ύψος 104 μέτρων και αποζημιώνει με την υπέροχη  θέα του ακόμα και σήμερα.     

Μπουτσούκ Τεπέ: (Ο του μισού λόφος).
Είναι ο λόφος όπου ήταν οι στρατώνες των γενιτσάρων, των οποίων ο μισθός λόγω της πρώτης «υποτίμησης» στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μειώθηκε και επαναστάτησαν το 1444. Ο πορθητής ήταν μικρό αγόρι και τους είδε να ζητούν αύξηση στο «λουφέ-ulufe», την τρίμηνη αποζημίωση που έπαιρναν οι στρατιωτικοί - οι γενίτσαροι ακριβέστερα και υπολογιζόταν με την ημέρα -  και κάποιοι κρατικοί υπάλληλοι.
Ο Σουλτάνος Μουράτ ο Β΄ τους έδωσε αύξηση μισού άσπρου (το μισό στα τουρκικά λέγεται μπουτσιούκ και ανάλογα με τη χρήση γιαρήμ, αμβλύ  προς γιαρούμ- και όχι γιαρίμ λεπτό που θα πει η αγαπημένη μου).
Η συμφωνία έγινε εκεί στους στρατώνες του λόφου και  έτσι ο λόφος πήρε το όνομα από το περιστατικό, ως « μισού λόφος».
Κάθε «άσπρο akçe» της Οθωμανικής λίρας είχε αξία 3,3 του παρά. Δηλαδή τρία άσπρα έκαναν έναν παρά. Και εκατόν είκοσι άσπρα ένα γρόσι. Το 1687 τα «άσπρα» αποσύρθηκαν και τη θέση τους την πήρε το γρόσι. Η λίρα στρογγυλοποιήθηκε στα εκατό γρόσια και το κάθε γρόσι είχε σαράντα παράδες. Στη θέση του παλαιού «άσπρου» κόπηκαν χάλκινα νομίσματα τα  «μανγκίρ». Τα «άσπρα» ήταν ασημένια, πραγματικά άσπρα δηλαδή.
Ο Mπουτσιούκ Τεπέ σήμερα είναι νεκροταφείο.
Τα «άσπρα» της εποχής του Ορχάν Γκαζή

Ιωάννης Αλατζάς
" Ζω την Αδριανούπολη "
Αδριανούπολη 2014


Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017